Δείτε επίσης: μείγμα

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ μεῖγμᾰ τὰ μείγμᾰτ
      γενική τοῦ μείγμᾰτος τῶν μειγμᾰ́των
      δοτική τῷ μείγμᾰτ τοῖς μείγμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ μεῖγμᾰ τὰ μείγμᾰτ
     κλητική ! μεῖγμᾰ μείγμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μείγμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  μειγμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεῖγμα < μίγνυμι/μιγνύω και μείγνυμι/μειγνύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεῖγμα και μῖγμα, μίγμα

  • αυτό που είναι σύνθετο από πολλά, το μείγμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία