Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μιγάς οι μιγάδες
      γενική του μιγά των μιγάδων
    αιτιατική τον μιγά τους μιγάδες
     κλητική μιγά μιγάδες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. μιγάς < (λόγιο) ελληνιστική κοινή μιγάς (μισός έλληνας, μισός ξένος) < αρχαία ελληνική μιγάς (ανάκατος)[1] < μείγνυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *meyǵ-, *meyḱ- (αναμειγνύω)
  2. μιγάς (θρησκεία) < μεσαιωνική ελληνική μιγάς < ελληνιστική κοινή μιγάς < αρχαία ελληνική μιγάς < μείγνυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *meyǵ-, *meyḱ- (αναμειγνύω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μιγάς αρσενικό ή θηλυκό (και θηλυκό: μιγάδα)

  1. (για ανθρώπους, ζώα, φυτά κ.λπ.) που οι γονείς του/της προέρχονται από διαφορετικές μεταξύ τους φυλές
    Άλλες μορφές μιγάδας
     συνώνυμα: πολυφυλετικός
  2. (μαθηματικά) μιγαδικός
  3. (θρησκεία) μοναχός που μονάζει σε κοινόβιο
     συνώνυμα: κοινοβιάτης
     αντώνυμα: αναχωρητής

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μιγάς < ελληνιστική κοινή μιγάς < αρχαία ελληνική μιγάς < μείγνυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *meyǵ-, *meyḱ- (αναμειγνύω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μιγάς αρσενικό ή θηλυκό

  1. μιγάδας
  2. (θρησκεία) κοινοβιάτης μοναχός, μιγάς

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική μιγάς μιγάδε μιγάδες
Γενική μιγάδος μιγάδοιν μιγάδων
Δοτική μιγάδι μιγάδοιν μιγάσι(ν)
Αιτιατική μιγάδα μιγάδε μιγάδας
Κλητική μιγάς μιγάδε μιγάδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μιγάς < μείγνυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *meyǵ-, *meyḱ- (αναμειγνύω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μιγάς αρσενικό ή θηλυκό

  1. ανακατεμένος
  2. (ελληνιστική κοινή) μισός Έλληνας και μισός ξένοςβάρβαρος»)
     συνώνυμα: μιξοβάρβαρος