Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας μείγνυμι μείγνυμαι
Παρατατικός ἐμείγνυν ἐμειγνύμην
Μέλλοντας μείξω μείξομαι & μειχθήσομαι, μιγήχομαι
Αόριστος ἔμειξα ἐμειξάμην & ἐμείχθην, ἐμίγην
Παρακείμενος μέμειχα μέμειγμαι
Υπερσυντέλικος ἐμεμείχειν ἐμεμείγμην
Συντελ.Μέλλ. μεμειχώς ἔσομαι


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μείγνυμι < {{λείπει η ετυμολογία|grc]}

  ΡήμαΕπεξεργασία

μείγνυμι

  1. αναμειγνύω, ανακατεύω (υγρά ή άλλες ουσίες)
  2. (κατ' επέκταση) ενώνω, φέρνω σε επαφή
  3. (μεταφορικά) συνουσιάζομαι

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία