Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική συμμιγής συμμιγής συμμιγές
γενική συμμιγούς συμμιγούς συμμιγούς
αιτιατική συμμιγή συμμιγή συμμιγές
κλητική συμμιγή(ής) συμμιγής συμμιγές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμμιγείς συμμιγείς συμμιγή
γενική συμμιγών συμμιγών συμμιγών
αιτιατική συμμιγείς συμμιγείς συμμιγή
κλητική συμμιγείς συμμιγείς συμμιγή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμμιγής < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική complexe (αρχαία ελληνική συμμιγής)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /si.mi.ˈɣis/ αρσενικό ή θηλυκό
ΔΦΑ : /si.mi.ˈɣɛs/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συμμιγής , -ής , -ές

  1. (για αριθμούς) που αποτελείται από δύο ή περισσότερα τμήματα σε διαφορετικές μονάδες μετρήσεως, οι οποίες αναφέρονται στο ίδιο φυσικό μέγεθος
    «3 χρόνια, 3 μήνες και 20 ημέρες» είναι συμμιγής αριθμός
    το 3΄ 20΄΄ (τρία λεπτά και είκοσι δευτερόλεπτα) είναι συμμιγής αριθμός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ συμμιγής τὸ συμμιγές οἱ, αἱ συμμιγεῖς τὰ συμμιγ
Γενική τοῦ, τῆς συμμιγοῦς τοῦ συμμιγοῦς τῶν συμμιγῶν τῶν συμμιγῶν
Δοτική τῷ, τῇ συμμιγεῖ τῷ συμμιγεῖ τοῖς, ταῖς συμμιγέσι(ν) τοῖς συμμιγέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν συμμιγ τὸ συμμιγές τοὺς, τὰς συμμιγεῖς τὰ συμμιγ
Κλητική συμμιγές συμμιγές συμμιγεῖς συμμιγ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική συμμιγεῖ
Γενική-Δοτική συμμιγοῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμμιγής < σύν + μείγνυμι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συμμιγής

  1. ανάκατος με άλλους, ανάμεικτος