Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρέμα κρέμες
γενική κρέμας κρεμών
αιτιατική κρέμα κρέμες
κλητική κρέμα κρέμες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρέμα (αντιδάνειο) < ιταλική crema < παλαιότερη γαλλική cresme < λατινική chrisma < αρχαία ελληνική χρῖσμα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkɾɛ.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κρέμα θηλυκό

  1. το λίπος του γάλακτος που εμφανίζεται στην επιφάνεια μετά από δυνατή ανάδευση· χρησιμοποιείται στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική
      συνώνυμα: αφρόγαλα, καϊμάκι
  2. μείγμα με βούτυρο, αβγά, άμυλο, ζάχαρη κι άλλα υλικά, το οποίο σερβίρεται σαν επιδόρπιο ή γλύκισμα
  3. φαρμακευτικό παρασκεύασμα με ημιρευστή υφή, το οποίο αλείφεται στο σώμα για φαρμακευτικούς ή καλλωπιστικούς σκοπούς

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • (ειρωνικά) φάε την κρέμα/κρεμούλα σου: για δηλωθεί υποτιμητικά ότι ο συνομιλητής είναι άπειρος

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία