Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαγειρική μαγειρικές
γενική μαγειρικής μαγειρικών
αιτιατική μαγειρική μαγειρικές
κλητική μαγειρική μαγειρικές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαγειρική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου μαγειρικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ma.ʝi.ɾi.ˈci/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαγειρική θηλυκό

  1. η τέχνη του να μαγειρεύει κανείς φαγητά
  2. τάδε μαγειρική: διαφορετική "σχολή" και τεχνικές μαγειρέματος, ιταλική ~, γαλλική ~, ιαπωνική ~, σιγκαπουριανή ~

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

μαγειρική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία