Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουζίνα κουζίνες
γενική κουζίνας κουζινών
αιτιατική κουζίνα κουζίνες
κλητική κουζίνα κουζίνες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κουζίνα < Από το βενετικό cusina < Από το λατινικό coquina.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κουζίνα θηλυκό

  1. Ο χώρος ενός σπιτιού όπου ετοιμάζονται και μαγειρεύονται οι τροφές.
    Μια φωτισμένη κουζίνα.
    Σηκώθηκα και πήγα στην κουζίνα να ετοιμάσω κάτι να φάμε. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  2. Η τέχνη της ετοιμασίας και μαγειρικής των τροφών.
    Η γαλλική κουζίνα.
    Η κινεζική κουζίνα.
  3. Η συσκευή πάνω στην οποία ψήνονται οι τροφές.
    Ηλεκτρική κουζίνα.
    Το μάτι της κουζίνας.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία