Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αλοιφή οι αλοιφές
      γενική της αλοιφής των αλοιφών
    αιτιατική την αλοιφή τις αλοιφές
     κλητική αλοιφή αλοιφές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλοιφή < αρχαία ελληνική ἀλοιφή < ἀλείφω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.li.ˈfi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλοιφή θηλυκό

  1. παχύρρευστη ουσία που απλώνεται σε μια επιφάνεια (συχνά για θεραπευτικούς ή καλλυντικούς σκοπούς)
  2. οτιδήποτε αλείφεται

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία