Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
κάποιος που ζυμώνει με τα χέρια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζυμώνω < ελληνιστική κοινή ζυμόω / ζυμῶ < ζέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *yes- (βράζω, αφρίζω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ζυμώνω , πρτ.: ζύμωνα, στ.μέλλ.: θα ζυμώσω, αόρ.: ζύμωσα, παθ.φωνή: ζυμώνομαι, μτχ.π.π.: ζυμωμένος

  1. με τα χέρια μου ή με ειδικό μηχάνημα πιέζω και μαλάσσω μια μάζα από ζύμη ώστε να γίνει ένα ομογενές σώμα και να είναι έτοιμη για να πλάσω από αυτήν ψωμί, γλυκίσματα κλπ
  2. πιέζω με τα χέρια μου μια μάζα από διαφορετικά υλικά ώστε να σχηματιστεί ενα ομογενές κατά το δυνατόν μείγμα

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία