Δείτε επίσης: ĝin

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

gin (en)

  1. τζιν



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
gin gins

gin (fr) αρσενικό

  1. τζιν



Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

gin (it) αρσενικό

  1. το ποτό τζιν