Δείτε επίσης: φορῶ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φορώ < αρχαία ελληνική φορέω, φορῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

φορώ και φοράω, παθητικό: φοριέμαι

  1. είμαι ντυμένος με
    φοράει το καλό του κουστούμι σήμερα
    φοράει μαύρα γιατί πενθεί
  2. βάζω πάνω μου ένα ρούχο
    φόρεσε το παλτό σου να φύγουμε
  3. έχω συνήθως πάνω σε ένα σημείο του σώματός μου ένα απαραίτητο ή βοηθητικό εξάρτημα
    φοράει γυαλιά/κοσμήματα/κράνος,
  4. (μεταφορικά)
    φοράει μονίμως ένα υποκριτικό χαμόγελο
  5. φοράω κάτι σε κάποιον, τον ντύνω ή τον επιβαρύνω
    Μαμά δεν μπορώ να φορέσω τα παπούτσια στο μωρό, έλα να του τα φορέσεις εσύ
    του τα φοράει (εννοείται, τα κέρατα: τον απατά, έχει εραστή
    του φόρεσαν αγκάθινο στεφάνι : τον βασάνισαν, τον ταλαιπώρησαν

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • μας φόρεσε/έβαλε τα γιαλιά: "μας την βγήκε", "μας τάπωσε", ήταν πολύ καλύτερός μας, υπερίσχυσε σε κάτι
  • φόρεσε τη φανέλα της Εθνικής : Μπήκε στην εθνική ομάδα
  • φόρεσε το χακί : κατατάχθηκε στο στρατό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία