Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

zone (en)

  1. ζώνη (περιοχή)
    Earth has two temperate zones - η γη έχει δύο εύκρατες ζώνες
  2. η ζώνη των ορθόδοξων ιερέων

  ΡήμαΕπεξεργασία

zone (en)

  1. διαιρώ σε ζώνες
  2. προσδιορίζω τη χρήση μίας ζώνης (περιοχής)
  3. χαζεύω, αφαιρούμαι, ονειρεύομαι ξύπνιος



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

zone 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

zone (fr), des zones.