Δείτε επίσης: προσόψι

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πρόσοψη οι προσόψεις
      γενική της πρόσοψης
& προσόψεως
των προσόψεων
    αιτιατική την πρόσοψη τις προσόψεις
     κλητική πρόσοψη προσόψεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόσοψη < αρχαία ελληνική πρόσοψις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρόσοψη θηλυκό

  1. η όψη ενός κτιρίου από μπροστά
     συνώνυμα: φάτσα
  2. (γενικότερα) η εξωτερική όψη
  3. (οικείο, ειρωνικό) το πρόσωπο ενός ανθρώπου
    τον άρχισαν στα μπουνίδια και μέσα σε λίγη ώρα του έκαναν την πρόσοψη «καινούρια»!

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία