Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το θερμό μέτωπο τα θερμά μέτωπα
      γενική του θερμού μετώπου των θερμών μετώπων
    αιτιατική το θερμό μέτωπο τα θερμά μέτωπα
     κλητική θερμό μέτωπο θερμά μέτωπα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θερμό μέτωπο < → δείτε τις λέξεις θερμός και μέτωπο

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /θɛɾˈmɔ ˈmɛ.tɔ.pɔ/

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

θερμό μέτωπο ουδέτερο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Θερμό μέτωπο, στον Θησαυρό Μετεωρολογικών Όρων του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών