Αγγλικά (en)Επεξεργασία

ενεστώτας deal with
γ΄ ενικό ενεστώτα deals with
αόριστος dealt with
παθητική μετοχή dealt with
ενεργητική μετοχή dealing with

  Ετυμολογία Επεξεργασία

deal with < → δείτε τις λέξεις deal και with

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈdiːl ˌwɪð/
 

  ΡήμαΕπεξεργασία

deal with (en) (μεταβατικό)

  1. αφορώ, ασχολούμαι
     συνώνυμα: address, cover, handle, plough, treat
  2. το να αντιμετωπίζω (με σεβασμό) κάποιον ή κάτι
     συνώνυμα: engage, handle, take on, work
  3. το να δίνω ένα παράδειγμα, το να παραδειγματίζω
     συνώνυμα: consider, look at, take
  4. το να είναι κάποιος υπεύθυνος, αρμόδιος σε έναν συγκεκριμένο τομέα ή ομάδα
     συνώνυμα: care for, handle, look after, manage, take care of
  5. το να συμπεριφέρομαι με έναν ιδιαίτερο τρόπο σε κάποιον
  6. κανονίζω, τιμωρώ κάποιον για να τον συνετίσω
    We have some old scores to settle but I will deal with you later!
    Έχουμε παλιούς λογαριασμούς να κανονίσουμε αλλά θα σου κανονίσω αργότερα!

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • deal with - Merriam–Webster Online Dictionary (μονόγλωσσο λεξικό, αγγλικά, από το 1828)
  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 412. ISBN 9780194325684. , λήμμα: κανονίζω