Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φέρομαι < παθητική φωνή του ρήματος φέρω < αρχαία ελληνική φέρομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

φέρομαι, μετοχή ενεστώτα φερόμενος, μετοχή παρακειμένου φερμένος

  1. συμπεριφέρομαι (και φέρνομαι)
    να φέρεσαι με σεβασμό στους ηλικιωμένους
  2. θεωρούμαι
    τρία άτομα φέρονται ως αγνοούμενοι μετά το τραγικό ατύχημα
    ο φερόμενος ως δράστης αρνείται όλες τις κατηγορίες

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • άγεται και φέρεται: δεν έχει δική του γνώμη και βούληση, τον κάνουν ό,τι θέλουν οι άλλοι

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

φέρομαι

  1. ...

ΚλίσηΕπεξεργασία