Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
face faces

face (en)

  1. πρόσωπο
  2. πρόσθια όψη


  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας face
γ΄ ενικό ενεστώτα faces
αόριστος faced
παθητική μετοχή faced
ενεργητική μετοχή facing

face (en)

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία




Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fas/
face 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
face faces

face (fr)) θηλυκό

  1. η όψη
    la face cachée de la Lune - η κρυμμένη όψη της Σελήνης
  2. (οικείο) το πρόσωπο, η φάτσα
     συνώνυμα: visage
  3. η « κορόνα », το μέρος ενός νομίσματος που φέρει ένα ανάγλυφο σχέδιο, π.χ. ένα πρόσωπο, κ.α.

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • pile ou face: « κορόνα ή γράμματα »



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

face (ro)