Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κορόνα οι κορόνες
      γενική της κορόνας των κορονών
    αιτιατική την κορόνα τις κορόνες
     κλητική κορόνα κορόνες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κορόνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κορόνα < ιταλική corona < λατινική corona < αρχαία ελληνική κορώνη (αντιδάνειο)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /koˈɾo.na/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κο‐ρό‐να

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κορόνα θηλυκό

  1. το στέμμα του βασιλιά
    φοράει χρυσή κορόνα
  2. (μεταφορικά) πολύτιμος, πολυαγαπημένος
    Την αγαπούσε πολύ. Κορόνα στο κεφάλι του την είχε, τίποτα δεν της έλειπε.
  3. (μουσική)
     
    Μουσικό σημάδι κορόνας (ιταλικά: fermata).
    • μουσικό σημάδι σε παρτιτούρα που παρατείνει τη διάρκεια μιας νότας (κατά βούληση του εκτελεστή, συνήθως με διπλασιασμό)
    • πολύ ψηλός φθόγγος σε τραγούδι, που συνήθως έχει και σημάδι κορόνας δίνοντας την ευκαιρία στον τραγουδιστή να αναδείξει τη μεγάλη έκταση της φωνής του
    • (μεταφορικά, για λόγο, ομιλία, και ειρωνικό) σημείο εντυπωσιασμού, πομπώδες ύφος
  4. (νόμισμα) νομισματική μονάδα διαφόρων χωρών
    κορόνα Σουηδίας
  5. (νόμισμα, προφορικό ο εμπροσθότυπος νομίσματος που έχει την παράσταση στέμματος, ή πορτρέτο μονάρχη, ή άλλο σύμβολο
    στην έκφραση: κορόνα γράμματα
     αντώνυμα: γράμματα
  6. (οδοντιατρική) θήκη για δόντι
    κορόνα δοντιού

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

  • κορώνα (ετυμολογική γραφή όπως στα αρχαία ελληνικά, με ωμέγα)[2][3]

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «κορόνα» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. λήμμα «κορώνα» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  3. λήμμα «κορώνα» - Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία. 



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κορόνα < (άμεσο δάνειο) λατινική corona < αρχαία ελληνική κορώνη (αντιδάνειο)[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κορόνα θηλυκό

  1. βασιλικό στέμμα
  2. θυρεός
  3. στεφάνι
  4. κύκλος
  5. (μεταφορικά, προσωνυμία της Παναγίας) πρώτη, κορυφαία
  6. (νόμισμα) ονομασία είδους νομίσματος

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Κλιτικοί τύποιΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία