Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κορυφαίος κορυφαία κορυφαίο
γενική κορυφαίου κορυφαίας κορυφαίου
αιτιατική κορυφαίο κορυφαία κορυφαίο
κλητική κορυφαίε κορυφαία κορυφαίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κορυφαίοι κορυφαίες κορυφαία
γενική κορυφαίων κορυφαίων κορυφαίων
αιτιατική κορυφαίους κορυφαίες κορυφαία
κλητική κορυφαίοι κορυφαίες κορυφαία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κορυφαίος < κορυφ- (< κορυφή) + -αίος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κορυφαίος, -α, -ο

  1. αυτός που βρίσκεται στο ανώτερο σημείο μιας ιεραρχικής βαθμίδας ή αξιολογικής κλίμακας
    κορυφαία προσωπικότητα, κορυφαίος επιστήμων

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κορυφαίος αρσενικό, κορυφαία θηλυκό

  1. (στην αρχαία ελληνική τραγωδία) ο επικεφαλής, ο προεξάρχων του χορού που διευθύνει το χορό στο ρυθμό των ασμάτων και της όρχησης και συμμετέχει στα διαλογικά μέρη με τους υποκριτές ως εκπρόσωπος του χορού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία