Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

κορυφαία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κορυφαία θηλυκό

  1. η επικεφαλής του χορού στο αρχαίο θέατρο
  2. η κεφαλαριά
  3. το τμήμα των μαλλιών που βρίσκεται στο πάνω μέρος του κεφαλιού

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

κορυφαία