Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αντικριστός η αντικριστή το αντικριστό
      γενική του αντικριστού της αντικριστής του αντικριστού
    αιτιατική τον αντικριστό την αντικριστή το αντικριστό
     κλητική αντικριστέ αντικριστή αντικριστό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αντικριστοί οι αντικριστές τα αντικριστά
      γενική των αντικριστών των αντικριστών των αντικριστών
    αιτιατική τους αντικριστούς τις αντικριστές τα αντικριστά
     κλητική αντικριστοί αντικριστές αντικριστά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντικριστός < αντικρίζω + -τός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αντικριστός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγματα που βρίσκονται απέναντι το ένα στο άλλο
    αντικριστός χορός (οι χορευτές ανά δύο χορεύουν έχοντας αντίκρυ τους ο ένας τον άλλον)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία