Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανυποχώρητος < ελληνιστική ἀνυποχώρητος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανυποχώρητος

  1. που δεν υποχωρεί, που δεν κάνει πίσω, που δεν έχει διάθεση να κάνει συμβιβασμούς
    οι αγρότες ήταν ανυποχώρητοι στα αιτήματά τους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία