Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποχωρώ < αρχαία ελληνική ὑποχωρῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

υποχωρώ

  1. βαδίζω προς τα πίσω μην μπορώντας να αντέξω την εχθρική επίθεση
  2. ενδίδω σε μια διαμάχη ή διαπραγμάτευση, σταματώ να προβάλλω το σύνολο των απαιτήσεών μου ή τα επιχειρήματά μου, υποκύπτω και δέχομαι τις απαιτήσεις ή τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς
  • Καταπιανόταν με τα δύσκολα και δεν υποχωρούσε ως να τα βγάλει πέρα. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  1. (για κατασκευές) καταρρέω κάτω από μεγάλη πίεση
  2. κάνω πίσω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία