Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υποχωρητικός η υποχωρητική το υποχωρητικό
      γενική του υποχωρητικού της υποχωρητικής του υποχωρητικού
    αιτιατική τον υποχωρητικό την υποχωρητική το υποχωρητικό
     κλητική υποχωρητικέ υποχωρητική υποχωρητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υποχωρητικοί οι υποχωρητικές τα υποχωρητικά
      γενική των υποχωρητικών των υποχωρητικών των υποχωρητικών
    αιτιατική τους υποχωρητικούς τις υποχωρητικές τα υποχωρητικά
     κλητική υποχωρητικοί υποχωρητικές υποχωρητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποχωρητικός < υπο+ χωρέω/χωρω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υποχωρητικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την υποχώρηση
  2. (γλωσσολογία) που γίνεται αντίθετα από το συνηθισμένο, π.χ. σχηματισμός ονόματος από ρήμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία