Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αναδρομικός η αναδρομική το αναδρομικό
      γενική του αναδρομικού της αναδρομικής του αναδρομικού
    αιτιατική τον αναδρομικό την αναδρομική το αναδρομικό
     κλητική αναδρομικέ αναδρομική αναδρομικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αναδρομικοί οι αναδρομικές τα αναδρομικά
      γενική των αναδρομικών των αναδρομικών των αναδρομικών
    αιτιατική τους αναδρομικούς τις αναδρομικές τα αναδρομικά
     κλητική αναδρομικοί αναδρομικές αναδρομικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναδρομικός < αναδρομή + -ικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.na.ðɾo.miˈkos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αναδρομικός -ή, ό

  1. αυτός που πηγαίνει ή είναι τοποθετημένος προς τα πάνω, ή αντίθετα με τη φυσική ροή ή φορά, προς τα πίσω
    αναδρομικό ιστίο (ναυτικός όρος)
  2. που αναφέρεται στην αρχή, που γίνεται σήμερα αλλά ισχύει από το παρελθόν
    αναδρομική ισχύς νόμου
    αναδρομικός φόρος
  3. (γλωσσολογία) → δείτε τη λέξη αναδρομικός σχηματισμός
  4. (πληροφορική) recursive: η συνάρτηση που καλεί τον εαυτό της σε πεπερασμένα βήματα για την επίλυση ενός προβλήματος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία