Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πεπερασμένος η πεπερασμένη το πεπερασμένο
      γενική του πεπερασμένου της πεπερασμένης του πεπερασμένου
    αιτιατική τον πεπερασμένο την πεπερασμένη το πεπερασμένο
     κλητική πεπερασμένε πεπερασμένη πεπερασμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πεπερασμένοι οι πεπερασμένες τα πεπερασμένα
      γενική των πεπερασμένων των πεπερασμένων των πεπερασμένων
    αιτιατική τους πεπερασμένους τις πεπερασμένες τα πεπερασμένα
     κλητική πεπερασμένοι πεπερασμένες πεπερασμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεπερασμένος < αρχαία ελληνική, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περάω / περῶ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική fini)

  ΜετοχήΕπεξεργασία

πεπερασμένος

  1. που κάπου τελειώνει, που δεν είναι άπειρος
  2. (μαθηματικά)
  3. (φιλοσοφία)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία