Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ασφαλιστής οι ασφαλιστές
      γενική του ασφαλιστή των ασφαλιστών
    αιτιατική τον ασφαλιστή τους ασφαλιστές
     κλητική ασφαλιστή ασφαλιστές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασφαλιστής < ασφαλίζω, ασφαλισ- + -τής, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική insurer [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.sfa.liˈstis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐σφα‐λι‐στής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ασφαλιστής αρσενικό (θηλυκό ασφαλίστρια)

  • (επάγγελμα) το πρόσωπο (ιδιώτης επαγγελματίας, υπάλληλος ή ιδιοκτήτης εταιρείας) που διαχειρίζεται ασφαλιστικά προϊόντα (που ασφαλίζει) και, ιδιαίτερα, ο ασφαλιστικός πράκτορας ή ο ιδιοκτήτης ασφαλιστικής εταιρείας
    έκανα παζάρια με τον ασφαλιστή και κέρδισα μια χαμηλή τιμή για την ασφάλεια του αυτοκινήτου μου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τη λέξη ασφαλής

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία