Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ασφαλιστικός η ασφαλιστική το ασφαλιστικό
      γενική του ασφαλιστικού της ασφαλιστικής του ασφαλιστικού
    αιτιατική τον ασφαλιστικό την ασφαλιστική το ασφαλιστικό
     κλητική ασφαλιστικέ ασφαλιστική ασφαλιστικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ασφαλιστικοί οι ασφαλιστικές τα ασφαλιστικά
      γενική των ασφαλιστικών των ασφαλιστικών των ασφαλιστικών
    αιτιατική τους ασφαλιστικούς τις ασφαλιστικές τα ασφαλιστικά
     κλητική ασφαλιστικοί ασφαλιστικές ασφαλιστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασφαλιστικός < ασφαλίζω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασφαλιστικός

  1. ο σχετικός με την ασφάλιση
  2. ο σχετικός με την ασφάλεια
    είναι αδύνατο να σκουριάσει αυτή η ασφαλιστική δικλίδα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία