Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ελεγμένος ελεγμένη ελεγμένο
γενική ελεγμένου ελεγμένης ελεγμένου
αιτιατική ελεγμένο ελεγμένη ελεγμένο
κλητική ελεγμένε ελεγμένη ελεγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ελεγμένοι ελεγμένες ελεγμένα
γενική ελεγμένων ελεγμένων ελεγμένων
αιτιατική ελεγμένους ελεγμένες ελεγμένα
κλητική ελεγμένοι ελεγμένες ελεγμένα

.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ελεγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ελέγχω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

ελεγμένος, -η, -ο

  1. που έχει ελεγχθεί
    Αυτά τα έγγραφα δεν είναι ελεγμένα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη ελέγχω

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία