Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στρες < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στρες ουδέτερο

  1. άγχος
  2. καταπόνηση (πχ στρες τεστ)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία