Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβεβαιότητα αβεβαιότητες
γενική αβεβαιότητας αβεβαιοτήτων
αιτιατική αβεβαιότητα αβεβαιότητες
κλητική αβεβαιότητα αβεβαιότητες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβεβαιότητα < ελληνιστική κοινή ἀβεβαιότης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβεβαιότητα θηλυκό

  1. κατάσταση αμφισβήτησης και αμφιβολίας, ελλείψει βεβαιότητας ή σιγουριάς
  2. (νομικός όρος) αίρεση αναβλητική ή διαλυτική σε αβέβαιο γεγονός

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία