Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας φρονέω
Παρατατικός ἐφρόνουν
Μέλλοντας φρονήσω
Αόριστος ἐφρόνησα
Παρακείμενος πεφρόνηκα
Υπερσυντέλικος
Συντελ.Μέλλ.


  Ετυμολογία Επεξεργασία

φρονέω < φρήν < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷʰren- (νους, ψυχή)

  ΡήμαΕπεξεργασία

φρονέω-φρονῶ

  1. γνωρίζω
  2. σκέφτομαι, διανοούμαι, νομίζω
  3. έχω σώας τα φρένας, είμαι με τα καλά μου
  4. ζω
    • ἐμὲ τὸν δύστηνον ἔτι φρονέοντ᾽ ἐλέησον : βοήθησέ με τον δύστυχο όσο είμαι ακόμα ζωντανός
  5. συμφωνώ
    • οἳ ἔτι τὰ ἐκείνου ἐφρόνεον... : αυτοί που μέχρι τότε ήταν με το μέρος εκείνου, συμφωνούσαν με εκείνον... (Ηρόδοτος, Ιστορίαι, 2, 162)
    • μετὰ δὲ οὐ πολλὸν χρόνον τὠυτὸ φρονήσαντες... : σύντομα συμφώνησαν μεαξύ τους και... (Ηρόδοτος, Ιστορίαι, 1, 60)


  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • μέγα φρονεῖν : υψηλές ιδέες, μεγάλες ιδέες, ακμαίο ηθικό, υπερηφάνεια
  • εὖ φρονεῖν : σωστή σκέψη ή σκέφτομαι θετικά για κάποιον/κάτι
  • σμικρὸν φρονεῖν πεσμένο ηθικό
  • τὸ φρονεῖν : η σύνεση, η κατανόηση

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία