Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβόλευτος < α- στερητικό + βολεύω (< βολή) + -τός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αβόλευτος, -η, -ο

  1. που δεν έχει τακτοποιηθεί, ο ατακτοποίητος
    έχω το σπίτι αβόλευτο
  2. (αρνητ. σημασία) που δεν τον έχουν βολέψει, τακτοποιήσει σε επαγγελματική κυρίως θέση
    παρόλο που τον ψήφισαν, τους άφησε αβόλευτους
  3. που δεν μπορεί να βολευτεί, να τακτοποιηθεί, να ησυχάσει, να βρει ηρεμία
    αβόλευτο παιδί

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία