↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αβόλευτος η αβόλευτη το αβόλευτο
      γενική του αβόλευτου της αβόλευτης του αβόλευτου
    αιτιατική τον αβόλευτο την αβόλευτη το αβόλευτο
     κλητική αβόλευτε αβόλευτη αβόλευτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αβόλευτοι οι αβόλευτες τα αβόλευτα
      γενική των αβόλευτων των αβόλευτων των αβόλευτων
    αιτιατική τους αβόλευτους τις αβόλευτες τα αβόλευτα
     κλητική αβόλευτοι αβόλευτες αβόλευτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αβόλευτος < α- στερητικό + βολεύω (< βολή) + -τός

  Επίθετο

επεξεργασία

αβόλευτος, -η, -ο

  1. που δεν έχει τακτοποιηθεί, ο ατακτοποίητος
    έχω το σπίτι αβόλευτο
  2. (αρνητ. σημασία) που δεν τον έχουν βολέψει, τακτοποιήσει σε επαγγελματική κυρίως θέση
    παρόλο που τον ψήφισαν, τους άφησε αβόλευτους
  3. που δεν μπορεί να βολευτεί, να τακτοποιηθεί, να ησυχάσει, να βρει ηρεμία
    αβόλευτο παιδί

Αντώνυμα

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία