Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ατακτοποίητος < α- στερητ. + τακτοποιώ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ατακτοποίητος

  1. (για πρόσ.) που δεν έχει τακτοποιηθεί ακόμα σε κάποια θέση
  2. ακατάστατος, ασυγύριστος
    πρέπει να γίνουν πολλές δουλειές στο σπίτι, αφού είναι εντελώς ατακτοποίητο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία