Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

comfortable (en)

  1. άνετος
  2. βολικός
    in a more comfortable fashion - με έναν πιο βολικό τρόπο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία