Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξέρχομαι < αρχαία ελληνική ἐξέρχομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

εξέρχομαι

  1. βγαίνω έξω (από κάπου)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία