Ετυμολογία

επεξεργασία
υπεισέρχομαι < υπό + εις + έρχομαι

υπεισέρχομαι (αποθετικό ρήμα)

  1. διεισδύω, εισχωρώ, εισδύω κάπου κρυφά με επιτήδειο τρόπο και όχι φανερό
  2. προχωρώ στην εξέταση ενός θέματος, μπαίνω
    στην ομιλία του ανέπτυξε το θέμα της μόλυνσης και υπεισήλθε και σε άλλα ζητήματα
    σε αυτό το σημείο υπεισέρχεται το πρόβλημα των...
  3. παρεμβαίνω
    κατά την πορεία της υπόθεσης υπεισήλθαν και κάποιοι εξωτερικοί παράγοντες

  Μεταφράσεις

επεξεργασία