Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ερχόμενος η ερχόμενη το ερχόμενο
      γενική του ερχόμενου της ερχόμενης του ερχόμενου
    αιτιατική τον ερχόμενο την ερχόμενη το ερχόμενο
     κλητική ερχόμενε ερχόμενη ερχόμενο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ερχόμενοι οι ερχόμενες τα ερχόμενα
      γενική των ερχόμενων των ερχόμενων των ερχόμενων
    αιτιατική τους ερχόμενους τις ερχόμενες τα ερχόμενα
     κλητική ερχόμενοι ερχόμενες ερχόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ερχόμενος < έρχόμενος μετοχή ενεστώτα του έρχομαι στην (καθαρεύουσα)

  ΜετοχήΕπεξεργασία

ερχόμενος,η,ο

  1. που είναι καθ΄οδόν, καθώς έρχεται κάποιος,
    Φέρε μας και κανένα γλυκό όταν σχολάσεις ερχόμενος από το γραφείο
  2. που μόλις ήρθε, προερχόμενος από κάπου
    Τους βρήκα στογγυλοκαθισμένους στο σαλόνι μας και εγώ, ερχόμενος από τη δουλειά, δεν είχα καμία όρεξη για...
  3. που θα έρθει, ο επόμενος, ο προσεχής
    Τους περιμένουμε την ερχόμενη εβδομάδα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία