Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική μελλοντικός μελλοντική μελλοντικό
γενική μελλοντικού μελλοντικής μελλοντικού
αιτιατική μελλοντικό μελλοντική μελλοντικό
κλητική μελλοντικέ μελλοντική μελλοντικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μελλοντικοί μελλοντικές μελλοντικά
γενική μελλοντικών μελλοντικών μελλοντικών
αιτιατική μελλοντικούς μελλοντικές μελλοντικά
κλητική μελλοντικοί μελλοντικές μελλοντικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελλοντικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μελλοντικός, -ή, -ό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία