Δείτε επίσης: προσέχεις

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική προσεχής προσεχής προσεχές
γενική προσεχούς προσεχούς προσεχούς
αιτιατική προσεχή προσεχή προσεχές
κλητική προσεχή(ής) προσεχής προσεχές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προσεχείς προσεχείς προσεχή
γενική προσεχών προσεχών προσεχών
αιτιατική προσεχείς προσεχείς προσεχή
κλητική προσεχείς προσεχείς προσεχή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσεχής < αρχαία ελληνική προσεχής < προσέχω < πρός + ἔχω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɾo.seˈçis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: προ‐σε‐χής
παλαιός συλλαβισμός: προσ‐ε‐χής
τονικό παρώνυμο: προσέχεις

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προσεχής, -ής, -ές

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ προσεχής τὸ προσεχές οἱ, αἱ προσεχεῖς τὰ προσεχ
Γενική τοῦ, τῆς προσεχοῦς τοῦ προσεχοῦς τῶν προσεχῶν τῶν προσεχῶν
Δοτική τῷ, τῇ προσεχεῖ τῷ προσεχεῖ τοῖς, ταῖς προσεχέσι(ν) τοῖς προσεχέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν προσεχ τὸ προσεχές τοὺς, τὰς προσεχεῖς τὰ προσεχ
Κλητική προσεχές προσεχές προσεχεῖς προσεχ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική προσεχεῖ
Γενική-Δοτική προσεχοῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσεχής < προσέχω + -ής

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προσεχής

  ΠηγέςΕπεξεργασία