Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική προερχόμενος προερχόμενη/
προερχομένη
προερχόμενο
γενική προερχόμενου/
προερχομένου
προερχόμενης/
προερχομένης
προερχόμενου/
προερχομένου
αιτιατική προερχόμενο προερχόμενη/
προερχομένη
προερχόμενο
κλητική προερχόμενε προερχόμενη/
προερχομένη
προερχόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προερχόμενοι προερχόμενες προερχόμενα
γενική προερχόμενων/
προερχομένων
προερχόμενων/
προερχομένων
προερχόμενων/
προερχομένων
αιτιατική προερχόμενους προερχόμενες προερχόμενα
κλητική προερχόμενοι προερχόμενες προερχόμενα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προερχόμενος < μετοχή ενεστώτα του προέρχομαι στην (καθαρεύουσα)

  ΜετοχήΕπεξεργασία

προερχόμενος,η,ο

  1. που έλκει την καταγωγή, που έχει την αφετηρία του ή που έχει ως τόπο παραγωγής
    προερχόμενος από την Τουρκία, εμπορεύματα προερχόμενα από την Κίνα
  2. που έχει τις ρίζες του με την ευρύτερη έννοια (χώρος πολιτικός, οικογενειακό υπόβαθρο, σπουδές κ.λπ.)
    είναι υποψήφιος της αριστεράς, αλλά προερχόμενος από το ΠΑΣΟΚ
    προερχόμενος από οικογένεια ιερέων, αστών, κεντρώων κ.λπ.
    προερχόμενος από την Ακαδημία...
  3. που έχει ως πηγή εισοδήματος, πληροφοριών
    προερχόμενος από κληρονομιά
    σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες προερχόμενες από έγκυρες πηγες...
  4. που οφείλεται σε κάτι, που έχει μία αιτία
    καταβολή δυνάμεων προερχομένη από εμπύρετο νόσημα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία