Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξανάρχομαι < ξανά + έρχομαι με αποβολή του [ε] για αποφυγή της χασμωδίας (αλλά βλ. και ξαναέρχομαι)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξανάρχομαι

  • Ξανάρχομαι σε δυο λεπτά, μη φύγεις
  • Τελείωνε, εγώ δεν ξανάρχομαι για την ίδια δουλειά
  • Στο καλό, και να μας ξανάρθετε

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Αρχικοί Χρόνοι Μέση-Παθητική Φωνή
Ενεστώτας ξανάρχομαι
Παρατατικός ξαναρχόμουν
Μέλλοντας θα ξανάρχομαι, θα ξανάρθω
Αόριστος ξανάρθα
Παρακείμενος έχω ξανάρθει
Παρατηρήσεις δεν έχει δόκιμη μετοχή παθ. παρακ. και δανείζεται το επανερχόμενος

ΚλίσηΕπεξεργασία

  • ξανάρχομαι, ξαναρχόμουν, θα ξανάρθω, ξανάρθα, έχω ξανάρθει [1]

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Συγκρίνετε με την κλίση του ξαναέρχομαι