Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έλα < μεσαιωνική ελληνική, έλα, προστακτική του αρχαίου ρήματος ἐλαύνω, "οδηγώ άρμα" (ίσως από κραυγή στον ιππόδρομο)

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

έλα

  1. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
ΕκφράσειςΕπεξεργασία
  • έλα μου;: (οικείο) δηλώνει απορία
  • έλα ντε!:
    • φανερώνει έκπληξη
    • φανερώνει συμφωνία με την τελευταία πρόταση που ακούστηκε και η οποία είναι αντίθετη με τις προηγούμενες
  • (αμ/μα) έλα, (όμως) που... : χρησιμοποιείται για να δηλώσουμε κάποια αντίθεση με τα προηγούμενα
  • έλα, τώρα!: φανερώνει έκπληξη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία