Δείτε επίσης: ἔλα, ΕΛΑ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἔλα, προστακτική του αρχαίου ρήματος ἐλαύνω (οδηγώ άρμα) (ίσως από κραυγή στον ιππόδρομο)[1]δείτε  Ιππόδρομος.

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

έλα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία
  • έλα μου;: (οικείο) δηλώνει απορία
  • έλα ντε!:
    • φανερώνει έκπληξη
    • φανερώνει συμφωνία με την τελευταία πρόταση που ακούστηκε και η οποία είναι αντίθετη με τις προηγούμενες
  • (αμ / μα) έλα, (όμως) που... : χρησιμοποιείται για να δηλώσουμε κάποια αντίθεση με τα προηγούμενα
  • έλα, τώρα!: φανερώνει έκπληξη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία