Δείτε επίσης: ελαύνω

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐλαύνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁el- (κινώ, οδηγώ, πηγαίνω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐλαύνω, μέσο-παθητικό ἐλαύνομαι

  1. οδηγώ
  2. κωπηλατώ
  3. προχωρώ έφιππος