Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κωπηλατώ < αρχαία ελληνική κωπηλατέω < κώπη + ἐλαύνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κωπηλατώ, πρτ.: κωπηλατούσα, στ.μέλλ.: θα κωπηλατήσω, αόρ.: κωπηλάτησα

  1. κινώ ένα σκάφος στο νερό χρησιμοποιώντας κουπί

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία