Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προστακτική < ελληνιστική κοινή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προστακτική θηλυκό

  1. (γραμματική) έγκλιση του ρήματος που χρησιμοποιείται για να δηλωθεί η προσταγή ή η προτροπή και η παράκληση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

προστακτική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία