Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

imperative (en)

  1. επιτακτικός
    an imperative need - μια επιτακτική ανάγκη
  2. επιβεβλημένος
    an imperative action - μια επιβεβλημένη ενέργεια

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

imperative (en)

  1. (γραμματική) η προστακτική