Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετέρχομαι < μετά + έρχομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

μετέρχομαι

  1. ασκώ (ένα επάγγελμα)
  2. χρησιμοποιώ, μεταχειρίζομαι
    μετέρχομαι όλες τις μεθόδους στη διάθεσή μου, για την επίτευξη των επιθυμιών μου
    μετήλθα κάθε μέσο, για την επίτευξη της συμφωνίας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία