Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

czuć się (pl)

  1. αισθάνομαι (ο ίδιος)
    źle się czuję:αισθάνομαι άσχημα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία