Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

accompagner < a- + compain, λέξη της αρχαίας γαλλικής που έδωσε τις λέξεις compagnon και copain

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.kɔ̃.pa.ɲe/
accompagner 

  ΡήμαΕπεξεργασία

accompagner (fr)

  1. (μεταβατικό) συνοδεύω
  2. (pronominal) συνοδεύομαι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία